Η ιγμορίτιδα, ή πιο σωστά παραρρινοκολπίτιδα, είναι μία από τις συχνότερες παθήσεις της μύτης και των παραρρίνιων κόλπων. Παρότι πολλοί χρησιμοποιούν τον όρο για κάθε επίμονη συμφόρηση ή πίεση στο πρόσωπο, πρόκειται για φλεγμονή των παραρρίνιων κόλπων που απαιτεί σωστή ιατρική αξιολόγηση. Οι κόλποι αυτοί είναι αεροφόρες κοιλότητες γύρω από τη ρινική κοιλότητα και τα ιγμόρεια άντρα είναι από τους πιο γνωστούς, γεγονός που έχει επικρατήσει και στην καθημερινή ορολογία.Η ιγμορίτιδα μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια και να εμφανιστεί μετά από ίωση, αλλεργίες ή λόγω ανατομικών προβλημάτων, όπως σκολίωση ρινικού διαφράγματος, ακόμη και από οδοντικές φλεγμονές. Συχνά προκαλεί συμπτώματα όπως ρινική συμφόρηση, αίσθημα πίεσης στο πρόσωπο και πονοκέφαλο, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα όταν υποτροπιάζει.Ο Dr. Πέτρος Λίτος, Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος και επιστημονικός συνεργάτης του «Κέντρου Μικρο-Ενδοσκοπικής Χειρουργικής στην Ωτορινολαρυγγολογία», προσεγγίζει την ιγμορίτιδα με στόχο όχι μόνο την προσωρινή ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά κυρίως τον εντοπισμό της πραγματικής αιτίας και τη σωστή, εξατομικευμένη θεραπεία.
Η ιγμορίτιδα είναι η φλεγμονή των ιγμορείων άντρων, δηλαδή των κοιλοτήτων που βρίσκονται μέσα στα οστά της άνω γνάθου και αποτελούν μέρος των παραρρινίων κόλπων του προσώπου. Στην πραγματικότητα, όταν φλεγμαίνουν οι παραρρίνιοι κόλποι, μιλάμε συνολικά για παραρρινοκολπίτιδα, όμως στην καθημερινή χρήση ο όρος «ιγμορίτιδα» χρησιμοποιείται συχνότερα.
Οι παραρρίνιοι κόλποι επικοινωνούν φυσιολογικά με τη ρινική κοιλότητα μέσω μικρών στομίων. Όταν αυτά τα στόμια φράξουν ή όταν η βλεννογόνος των κόλπων φλεγμαίνει, η φυσιολογική παροχέτευση διαταράσσεται. Έτσι, παγιδεύονται εκκρίσεις, μειώνεται ο αερισμός και δημιουργείται το κατάλληλο περιβάλλον για επιμονή της φλεγμονής ή και για μικροβιακή επιβάρυνση.
Με απλά λόγια, η ιγμορίτιδα δεν είναι απλώς «βουλωμένη μύτη». Είναι μια κατάσταση κατά την οποία οι παραρρίνιοι κόλποι δεν λειτουργούν φυσιολογικά, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται συμπτώματα όπως ρινική συμφόρηση, καταρροή, πόνος ή πίεση στο πρόσωπο, αίσθημα βάρους, πονοκέφαλος και σε ορισμένες περιπτώσεις πυρετός ή απώλεια όσφρησης.
Η διάκριση ανάμεσα στην οξεία ιγμορίτιδα και τη χρόνια ιγμορίτιδα είναι πολύ σημαντική, γιατί επηρεάζει τόσο τη διάγνωση όσο και τη θεραπεία.
Η οξεία ιγμορίτιδα εμφανίζεται συνήθως ξαφνικά, συχνά μετά από ίωση του ανώτερου αναπνευστικού, και διαρκεί λίγες ημέρες έως μερικές εβδομάδες. Σε αρκετές περιπτώσεις υποχωρεί με τη σωστή συντηρητική αγωγή, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ιογενή ήπια φλεγμονή.
Η χρόνια ιγμορίτιδα αποτελεί μια πιο επίμονη κατάσταση, καθώς τα συμπτώματα διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή υποτροπιάζουν συχνά μέσα στον χρόνο. Συνήθως υπάρχει κάποιος παράγοντας που συντηρεί τη φλεγμονή, όπως αλλεργική ρινίτιδα, χρόνιος περιβαλλοντικός ερεθισμός, σκολίωση ρινικού διαφράγματος, ρινικοί πολύποδες, χρόνια φλεγμονή της ρινικής κοιλότητας ή διαταραχή του φυσιολογικού αερισμού των παραρρίνιων κόλπων. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται πιο οργανωμένη διερεύνηση και, όταν η συντηρητική αγωγή δεν επαρκεί, μπορεί να χρειαστεί πιο εξειδικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, ακόμη και ενδοσκοπική χειρουργική αντιμετώπιση.
Η ιγμορίτιδα δεν προκαλείται από έναν μόνο παράγοντα. Συνήθως προκύπτει από συνδυασμό προδιαθεσικών και επιβαρυντικών αιτιών, οι οποίες οδηγούν σε απόφραξη των στομίων των παραρρίνιων κόλπων ή σε παρατεταμένη φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου.
Συχνά αίτια της ιγμορίτιδας είναι:
Η παρουσία αυτών των παραγόντων δεν σημαίνει ότι κάθε ασθενής θα εμφανίσει υποχρεωτικά ιγμορίτιδα, αλλά αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης ή επιμονής της νόσου.
Η μύτη και οι παραρρίνιοι κόλποι λειτουργούν σαν ενιαίο σύστημα. Όταν η μύτη δεν αερίζεται σωστά ή όταν υπάρχει χρόνια φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου, επηρεάζονται άμεσα και οι παραρρίνιοι κόλποι.
Για παράδειγμα, ένα σκολιωτικό ρινικό διάφραγμα μπορεί να διαταράσσει τη ροή του αέρα και να συμβάλλει σε χρόνια συμφόρηση. Οι ρινικοί πολύποδες μπορεί να αποφράσσουν τα στόμια των κόλπων. Η αλλεργική ρινίτιδα προκαλεί διόγκωση και οίδημα του βλεννογόνου, εμποδίζοντας τη φυσιολογική αποχέτευση. Ακόμη και η χρόνια χρήση ακατάλληλων αποσυμφορητικών μπορεί να επιδεινώσει τη λειτουργία της μύτης.
Γι’ αυτό, η σωστή αντιμετώπιση της ιγμορίτιδας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα συμπτώματα. Πρέπει να αξιολογείται συνολικά η ανατομία και η λειτουργία της μύτης, ώστε να φανεί ποιος παράγοντας προκαλεί και συντηρεί το πρόβλημα.
Τα συμπτώματα της ιγμορίτιδας μπορεί να διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή, ανάλογα με τη βαρύτητα, τη διάρκεια και το ποιοι παραρρίνιοι κόλποι εμπλέκονται. Υπάρχουν όμως ορισμένα κλασικά συμπτώματα που εμφανίζονται πολύ συχνά.
Τα πιο συχνά συμπτώματα της ιγμορίτιδας είναι:
Το αίσθημα βάρους στο πρόσωπο είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα. Πολλοί ασθενείς περιγράφουν μια πίεση στα ζυγωματικά, στο μέτωπο ή γύρω από τα μάτια, η οποία επιδεινώνεται όταν σκύβουν ή όταν η συμφόρηση είναι έντονη.
Δεν είναι κάθε βουλωμένη μύτη ή κάθε πονοκέφαλος ένδειξη σοβαρής ιγμορίτιδας, υπάρχουν όμως συμπτώματα που απαιτούν αξιολόγηση από Χειρουργό ΩΡΛ. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν τα συμπτώματα διαρκούν πάνω από 10 ημέρες, όταν η συμφόρηση και ο πόνος είναι έντονα, όταν το πρόβλημα υποτροπιάζει συχνά ή συνοδεύεται από υψηλό πυρετό, πόνο γύρω από τα μάτια, οίδημα στο πρόσωπο, απώλεια όσφρησης, κακοσμία ή πυώδη καταρροή, καθώς και γενική κακουχία και εξάντληση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σωστή διάγνωση είναι απαραίτητη όχι μόνο για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά και για την αποφυγή πιθανών επιπλοκών.
Η επίσκεψη σε Χειρουργό ΩΡΛ είναι σημαντική όταν τα συμπτώματα της ιγμορίτιδας είναι έντονα, επιμένουν ή υποτροπιάζουν, ιδιαίτερα όταν υπάρχει παρατεταμένη ρινική συμφόρηση, πίεση στο πρόσωπο, επίμονη καταρροή ή αίσθηση ότι η μύτη δεν «καθαρίζει». Επιπλέον, απαιτείται αξιολόγηση όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν αποδίδει, η ρινική απόφραξη είναι χρόνια, υπάρχει υποψία για ρινικούς πολύποδες, συχνές υποτροπές, ιστορικό αλλεργιών ή χρόνιας ρινίτιδας, καθώς και όταν συνυπάρχουν πονοκέφαλος, πίεση στα ιγμόρεια ή πιθανή οδοντική αιτία. Ο Χειρουργός ΩΡΛ δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, αλλά αναζητά την υποκείμενη αιτία, ώστε η θεραπεία να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.
Η διάγνωση της ιγμορίτιδας βασίζεται σε συνδυασμό ιατρικού ιστορικού, κλινικής εξέτασης και, όταν χρειάζεται, απεικονιστικού ελέγχου. Αρχικά λαμβάνεται αναλυτικό ιστορικό, κατά το οποίο αξιολογείται η διάρκεια των συμπτωμάτων, η πιθανή υποτροπιάζουσα φύση της νόσου, η ύπαρξη αλλεργικού υποβάθρου ή οδοντικών προβλημάτων, καθώς και παράγοντες όπως το κάπνισμα και η χρόνια ρινική απόφραξη.
Η ενδοσκόπηση αποτελεί βασικό διαγνωστικό εργαλείο, καθώς επιτρέπει την άμεση απεικόνιση της ρινικής κοιλότητας, του ρινικού διαφράγματος, την ανίχνευση πολυπόδων, τη φλεγμονή του βλεννογόνου, την παρουσία εκκρίσεων και τη συνολική ανατομία των περιοχών που σχετίζονται με τους παραρρίνιους κόλπους, εξασφαλίζοντας αξιόπιστη διάγνωση.
Όταν απαιτείται πιο λεπτομερής έλεγχος, πραγματοποιείται αξονική τομογραφία, η οποία απεικονίζει με ακρίβεια ποιοι κόλποι πάσχουν, την έκταση της φλεγμονής, τυχόν ανατομικές στενώσεις, απόφραξη των στομίων και την παρουσία πολυπόδων ή άλλων αλλοιώσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί και υπερηχογράφημα, ωστόσο η αξονική τομογραφία παραμένει η πιο αξιόπιστη μέθοδος για πλήρη αξιολόγηση.
Η ιγμορίτιδα δεν εμφανίζεται πάντα μεμονωμένα, αλλά συχνά συνδέεται με άλλες καταστάσεις που είτε την προκαλούν είτε την επιβαρύνουν. Συχνά σχετίζεται με χρόνια ρινίτιδα και αλλεργική ρινίτιδα, καθώς και με ρινικούς πολύποδες, σκολίωση ρινικού διαφράγματος, εκκριτική ωτίτιδα, οδοντικές φλεγμονές και γενικότερα χρόνια φλεγμονή του ανώτερου αναπνευστικού. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνυπάρχει και υπνική άπνοια, ιδιαίτερα όταν υπάρχει χρόνια ρινική απόφραξη.
Σε πιο προχωρημένες ή παραμελημένες μορφές, μπορεί να προκύψουν σπάνιες αλλά σοβαρές επιπλοκές, όπως επέκταση της λοίμωξης προς τον εγκέφαλο ή επιπλοκές στην περιοχή των οφθαλμών, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης και σωστής αντιμετώπισης.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ιγμορίτιδα αντιμετωπίζεται χωρίς σοβαρές επιπλοκές, ιδιαίτερα όταν υπάρχει έγκαιρη διάγνωση και σωστή θεραπεία. Ωστόσο, όταν παραμελείται, είναι ιδιαίτερα επιθετική ή αφορά ευαίσθητες ανατομικές περιοχές, μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές, όπως προβλήματα στην περιοχή των οφθαλμών, επέκταση της φλεγμονής σε γειτονικούς ιστούς ή οστεΐτιδα. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν σοβαρότερες καταστάσεις, όπως μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλικό απόστημα. Παρότι οι επιπλοκές αυτές είναι ασυνήθιστες, αναδεικνύουν τη σημασία της έγκαιρης και σωστής παρακολούθησης από ειδικό.
Η θεραπεία της ιγμορίτιδας εξαρτάται από την αιτία, τη διάρκεια και τη βαρύτητα της φλεγμονής και, στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στην οξεία μορφή, είναι συντηρητική. Περιλαμβάνει μέτρα όπως ρινικές πλύσεις, σωστή ρινική υγιεινή, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, αντιμετώπιση αλλεργιών και αποσυμφόρηση της μύτης, καθώς και διόρθωση υποκείμενων ρινικών ή οδοντικών προβλημάτων. Στόχος είναι η μείωση της φλεγμονής και η αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας των παραρρίνιων κόλπων. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας εξαρτάται από τη σωστή αναγνώριση της αιτίας, καθώς σε περιπτώσεις όπως η χρόνια ιγμορίτιδα με έντονο σκολιωτικό διάφραγμα απαιτείται αντιμετώπιση και του ανατομικού παράγοντα για μακροχρόνια βελτίωση.
Όταν η συντηρητική αγωγή δεν βοηθά, όταν η ιγμορίτιδα υποτροπιάζει ή όταν υπάρχει χρόνια ιγμορίτιδα με επίμονη συμπτωματολογία, τότε εξετάζεται το ενδεχόμενο χειρουργικής αντιμετώπισης.
Η σύγχρονη χειρουργική προσέγγιση είναι η ενδοσκοπική χειρουργική παραρρινίων κόλπων, γνωστή και ως FESS (Functional Endoscopic Sinus Surgery). Πρόκειται για μια εξειδικευμένη τεχνική που γίνεται μέσω της ρινικής κοιλότητας, χωρίς εξωτερικές τομές, και έχει στόχο:
Η ενδοσκοπική χειρουργική για την ιγμορίτιδα δεν εφαρμόζεται σε όλους τους ασθενείς, αλλά στις κατάλληλες περιπτώσεις μπορεί να προσφέρει ουσιαστική και μακροχρόνια βελτίωση.
Η FESS (λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική των παραρρινίων κόλπων) είναι μια σύγχρονη χειρουργική μέθοδος που στοχεύει όχι απλώς στην αφαίρεση φλεγμαίνοντος ιστού, αλλά κυρίως στην αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας των παραρρίνιων κόλπων και της ρινικής κοιλότητας. Ενδείκνυται κυρίως σε περιπτώσεις χρόνιας ιγμορίτιδας, όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν είναι αποτελεσματική, όταν υπάρχουν ρινικοί πολύποδες, σημαντική ανατομική απόφραξη, συχνές υποτροπές ή όταν η αξονική τομογραφία δείχνει επίμονη νόσο. Η απόφαση για χειρουργική αντιμετώπιση δεν βασίζεται μόνο στην ένταση των συμπτωμάτων, αλλά στη συνολική κλινική εικόνα και τα απεικονιστικά ευρήματα του ασθενούς.
Η ενδοσκοπική χειρουργική έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο αντιμετώπισης της χρόνιας ιγμορίτιδας. Επιτρέπει στον χειρουργό να βλέπει με μεγάλη ακρίβεια το εσωτερικό της ρινικής κοιλότητας και των σχετικών ανατομικών δομών, ώστε να διορθώνει τα σημεία απόφραξης με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και σεβασμό στη φυσιολογική ανατομία.
Με τη σωστή ένδειξη και εκτέλεση, η μέθοδος βοηθά στη μείωση των υποτροπών, στη βελτίωση της αναπνοής, στην αποκατάσταση της παροχέτευσης των εκκρίσεων και στη γενικότερη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν υπάρχει ύποπτη αλλοίωση στην περιοχή των παραρρίνιων κόλπων ή της ρινικής κοιλότητας, μπορεί να απαιτηθεί βιοψία. Εάν προκύψει κακοήθεια, είναι απαραίτητη η άμεση και οργανωμένη αξιολόγηση από εξειδικευμένη ιατρική ομάδα. Η θεραπεία εξαρτάται από την εντόπιση της βλάβης, την έκταση της νόσου, το ιστολογικό αποτέλεσμα και τη γενική κατάσταση του ασθενούς, και μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική αντιμετώπιση, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία. Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για την πρόγνωση, ενώ αξίζει να τονιστεί ότι το συγκεκριμένο σενάριο δεν αφορά την τυπική ιγμορίτιδα, αλλά παρατίθεται για λόγους πληρότητας ενημέρωσης.
Η πρόληψη παίζει σημαντικό ρόλο στη μείωση των επεισοδίων ιγμορίτιδας, ιδιαίτερα σε άτομα με προδιάθεση. Η αποφυγή του καπνίσματος, η καλή ρινική υγιεινή και η σωστή αντιμετώπιση των αλλεργιών συμβάλλουν ουσιαστικά, ενώ η ενίσχυση του ανοσοποιητικού μέσω ισορροπημένης διατροφής και άσκησης βοηθά στη συνολική άμυνα του οργανισμού. Παράλληλα, η αποφυγή επιβαρυμένων περιβαλλόντων, ο έλεγχος της ρινικής απόφραξης και η τακτική παρακολούθηση από ΩΡΛ σε άτομα με ιστορικό χρόνιας ρινίτιδας ή υποτροπιάζουσας ιγμορίτιδας μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις υποτροπές.Η πρόληψη δεν αντικαθιστά τη θεραπεία, αλλά μειώνει τους επιβαρυντικούς παράγοντες που ευνοούν τη φλεγμονή.
Αν αισθάνεστε πίεση στο πρόσωπο, αν έχετε ρινική συμφόρηση, πόνο, καταρροή ή κόπωση που επιμένει, μην αφήνετε την ιγμορίτιδα χωρίς φροντίδα. Η σωστή και έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αποτρέψει την επιμονή του προβλήματος, τις υποτροπές και τη χρόνια επιβάρυνση της καθημερινότητας.
Ο Dr. Πέτρος Λίτος, Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος και επιστημονικός συνεργάτης του «Κέντρου Μικρο-Ενδοσκοπικής Χειρουργικής στην Ωτορινολαρυγγολογία», προσφέρει εξειδικευμένη αξιολόγηση και σύγχρονη αντιμετώπιση για την ιγμορίτιδα, με έμφαση στην ακριβή διάγνωση, στην ενδοσκοπική εκτίμηση και στη στοχευμένη θεραπεία.
Η αντιμετώπιση της ιγμορίτιδας δεν πρέπει να περιορίζεται σε πρόχειρες λύσεις. Η ουσιαστική ιατρική προσέγγιση ξεκινά από τη σωστή εκτίμηση της αιτίας.
Η ιγμορίτιδα μπορεί να προκληθεί από ιώσεις, μικροβιακές λοιμώξεις, αλλεργίες, προβλήματα στα δόντια της άνω γνάθου, παραμορφώσεις στο ρινικό διάφραγμα, ρινικούς πολύποδες και σε ορισμένες περιπτώσεις από έκθεση σε μολυσμένα περιβάλλοντα ή νερά.
Η χρόνια ρινίτιδα, η αλλεργική ρινίτιδα, η εκκριτική ωτίτιδα, οι οδοντικές φλεγμονές, οι ρινικοί πολύποδες και άλλες παθήσεις της μύτης μπορούν να σχετίζονται με την ιγμορίτιδα. Σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν και σοβαρότερες επιπλοκές.
Όταν η συμφόρηση, ο πόνος στο πρόσωπο ή το αίσθημα βάρους επιμένουν πάνω από 10 ημέρες, επανέρχονται συχνά ή συνοδεύονται από πυρετό, πόνο στα μάτια, οίδημα ή απώλεια όσφρησης, χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό.
Αν παρουσιάζετε έντονα ή επαναλαμβανόμενα συμπτώματα, όπως πονοκέφαλο, ρινική απόφραξη, κακοσμία, καταρροή ή γενική κακουχία, είναι σημαντικό να απευθυνθείτε σε Χειρουργό ΩΡΛ για σωστή διάγνωση και στοχευμένη θεραπεία.
Η διάγνωση γίνεται με ενδοσκόπηση της μύτης και αξιολόγηση του ιατρικού ιστορικού. Αν χρειαστεί, πραγματοποιείται αξονική τομογραφία παραρρινίων κόλπων ή άλλος απεικονιστικός έλεγχος για ακριβή εκτίμηση.
Στην περίπτωση της χρόνιας ιγμορίτιδας ή όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, μπορεί να εφαρμοστεί ενδοσκοπική χειρουργική (FESS) για τη διάνοιξη των στομίων των κόλπων και την αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας τους.
Αν μια βιοψία από περιοχή των παραρρίνιων κόλπων δείξει κακοήθεια, απαιτείται άμεση αξιολόγηση από εξειδικευμένη ιατρική ομάδα. Η θεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα με την εντόπιση και την έκταση της νόσου.
Η αποφυγή καπνίσματος, η καλή ρινική υγιεινή, η σωστή αντιμετώπιση των αλλεργιών, η ενίσχυση του ανοσοποιητικού, η αποφυγή μολυσμένων περιβαλλόντων και η τακτική παρακολούθηση από ΩΡΛ μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία των ιγμορείων και στη μείωση των υποτροπών.
Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή καθοδήγηση από εξειδικευμένο ιατρό μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Οι φωτογραφίες και τα στοιχεία παρουσιάζονται με τη συγκατάθεση των ασθενών και στόχο έχουν να αναδείξουν τη βελτίωση της υγείας και της καθημερινής λειτουργίας, μέσα από την ιατρική παρέμβαση

Ο ωτορινολαρυγγολόγος ΩΡΛ Χειρουργός Ενηλίκων & Παίδων Λίτος Πέτρος διατηρεί ιατρείο στο Παγκράτι. Σε ένα σύγχρονο και εξοπλισμένο χώρο μπορείτε να αντιμετωπίσετε λειτουργικά θέματα ιγμορείων και ροχαλητού καθώς και αισθητικής ιατρικής, ρινοπλαστικής και ωτοπλαστικής.
Ωράριο Ιατρείου
Δευτ – Πεμπ : 17:00 – 21:00
Παρ : 10:00 – 14:00
(Κατόπιν Ραντεβού)
Τηλ. : 215 50 55 753
[email protected]
Υμηττού 98 & Ευτυχίδου
Τ.Κ. 116 34 Παγκράτι, Αθήνα
Υποστήριξη Ιστοσελίδας DMSS © All Rights Reserved